Εκτύπωση

Η ιστορία της Κρητικής Μαντινάδας

Αξιολόγηση Χρήστη:  / 0
ΧειρότεροΚαλύτερο 

Τζαγκαρακης -ΜαντιναδεςΟι μαντινάδες είναι ένα από τα ελάχιστα δείγματα λαϊκής δημιουργίας που υπάρχουν σήμερα. Συνδυάζουν μια μακρόχρονη παράδοση της οποίας η παλαιότητα, αν και δύσκολο να εξακριβωθεί, μας ανάγει μέσα από εμφανή κοινά στοιχεία θεματολογίας και στιχουργικής δομής στην εποχή της Μινωϊκής Κρήτης, αν όχι παλαιότερα. Αυτό το γεγονός σε συνδυασμό με την συνεχή έμπνευση και το δημιουργικό πνεύμα που χαρακτηρίζει μέχρι σήμερα τους Κρητικούς στη μουσική και ποιητική τέχνη, καθιστά τις μαντινάδες μοναδικές στο είδος τους. Η αλήθεια είναι ότι κάποια εποχή, ιδιαίτερα στις αρχές του 19ου αιώνα, η δημιουργία και η έμπνευση δεν ήταν αποκλειστικό προνόμιο των Κρητικών. Η λαϊκή ποίηση και τα δημοτικά τραγούδια αποτελούσαν τρόπο ζωής σε όλη την Ελλάδα.

 

Το στοιχείο όμως που κάνει την κρητική μαντινάδα να είναι μοναδική, -σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ελλάδα, αν εξαιρέσουμε τα πολυφωνικά τραγούδια της Ηπείρου, ή τα μοιρολόγια στην Πελοπόννησο- είναι ότι συνεχίζει να δημιουργείται.

Η συνεχής δημιουργία στην ποίηση και τη μουσική όσον αφορά στις Κρητικές μαντινάδες είναι ένα παράδοξο φαινόμενο: κατά γενικό κανόνα η δια-τήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς ενός τόπου εξαρτάται από διάφορους παράγοντες. Όταν αυτοί οι παράγοντες αρχίζουν σιγά-σιγά να διαφοροποιούνται, σταματά συνήθως και η «αυθεντική» δημιουργία. Συνήθως, ενδογενείς ή εξωγενείς παράγοντες που επιδρούν στις πολιτιστικές και κοινωνικές αλλαγές είναι η γεωγραφική θέση του τόπου, οι επαφές και αλληλοεπιδράσεις άλλων πολιτιστικών στοιχείων και η αλλαγή του τρόπου ζωής και επικοινωνίας μεταξύ των ατόμων.

Αιτία της σταδιακής εξαφάνισης της πολιτισμικής έκφρασης στην Ελλάδα θεωρείται από τους ερευνητές κυρίως η αλλαγή από τον παραδοσιακό στο σύγχρονο τρόπο ζωής σε συνδυασμό με τη ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη (καταιγισμός εικόνας, ήχου και πληροφόρησης από τα μαζικά μέσα ενημέρωσης-επικοινωνίας). Μαζί με τον παραδοσιακό τρόπο ζωής εξαφανίζονται και οι ανάγκες που είχε ο λαός για ποίηση, τραγούδι, δημιουργία, τέχνη σε όλες τις μορφές. Έτσι εξηγείται και το φαινόμενο του μαρασμού σε ορισμένες παραδοσιακές τέχνες επειδή σταμάτησε η μετάδοση από πατέρα σε γιο, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τους κατασκευαστές ή παίκτες παραδοσιακών οργάνων. Το ίδιο ισχύει φυσικά και για τα λαογραφικά ή ποιητικά στοιχεία που παραδίδονται από μητέρα σε κόρη, δεδομένου ότι οι γυναίκες θεωρούνται ανέκαθεν ως κύριοι φορείς της προφορικής μουσικοποιητικής παράδοσης.

Η έννοια της παράδοσης με τη σημασία του ρήματος «παραδίδω» ήταν αυτή ακριβώς: «παραδίδω στους επόμενους αυτά που παρέλαβα από τους προηγούμενους». Μέρος αυτής της διαδικασίας αποτελούσε μέχρι πρότινος η προσωπική αλλά και συλλογική μέριμνα όχι μόνο να διατηρηθούν τα όσα παρεδόθησαν αλλά και να εμπλουτισθούν σύμφωνα με το κοινό ποιοτικό αισθητήριο του κάθε τόπου, πριν παραδοθούν εκ νέου στην επόμενη γενιά. Σε αυτή την πορεία πρωταρχικό ρόλο είχε η δομή και λειτουργία της καθημερινής ζωής με καθαρά παραδοσιακό χαρακτήρα. Έτσι κυλούσε ο κύκλος της ημέρας (πρωί-μεσημέρι-βράδι), του χρόνου (ανά εποχές και μαγικο-θρησκευτικές τελετές) και της ζωής (γέννηση-γάμος-θάνατος). Η ποίηση λοιπόν και η μουσική υπήρξαν ανέκαθεν στοιχεία αλληλένδετα μεταξύ τους αλλά και σε σχέση με τη δομή της παραδοσιακής ζωής που προαναφέρθηκε. Από αυτούς τους βασικούς και συμβολικούς κύκλους παράγονταν οι μελωδίες, η θεματολογία και τα διαβατήρια έθιμα (όπως χαρακτηρίζονται από τον Α. Van Gennepp) με τις παραλλαγές τους, ανάλογα με τον τόπο προέλευσης. Αφού λοιπόν δεν ζούμε πλέον παραδοσιακά και αφού η ανάγκη μας για μουσική και ποιητική έκφραση καλύπτεται κατά ένα μεγάλο ποσοστό από τα αναπαραγωγικά μέσα (ραδιόφωνο, τηλεόραση, κασετόφωνο, στερεοφωνικά συγκροτήματα ήχου, κ.τ.λ.), δεν έχουμε και την ανάγκη να δημιουργούμε. Δημιουργούν άλλοι για εμάς, σε μια πληθώρα επιλογών μαζικής εμπορικής κατανάλωσης με περισσότερο γενικά παρά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

Το παράδοξο με την Κρήτη είναι ότι, αν και απομονωμένη γεωγραφικά από την υπόλοιπη Ελλάδα –δια θαλάσσης- έχει άμεση επικοινωνία με αυτήν και με τον κόσμο ολόκληρο. Αν και έχει επικοινωνία και συμμετέχει ενεργά στις σύγχρονες τάσεις πολιτισμικών και τεχνολογικών αλλαγών, καταφέρνει να διατηρεί και να «παντρεύει» τον παραδοσιακό με το σύγχρονο τρόπο ζωής, ιδιαίτερα σε απομονωμένα –φαινομενικά- ορεινά χωριά. Χαρακτηριστική είναι η μαντινάδα που ακολουθεί:

Σύγχρονο υπολογιστή θα βάλω στο μιτάτο
Να πέμπω με το Internet το γάλα των προβάτω

Η πορεία και η αντίθεση της Μινωϊκής μέχρι τη σημερινή Κρήτη είναι μεγάλη. Εάν προχωρήσει κανείς στη σύγκριση ορισμένων στοιχείων μάλιστα, η αντίθεση αυτή γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αλλά και κατά μία έννοια, ανύπαρκτη!

Είναι γεγονός ότι κατά την αρχαιότητα έως και το τέλος της βυζαντινής εποχής υπήρχαν δύο μορφές παράδοσης στον ελληνικό χώρο: η προφορική και η γραπτή. Υπήρχαν επίσης μηχανισμοί απομνημόνευσης του προφορικού λόγου, με αντιπροσωπευτικό δείγμα έκφρασης τα Ομηρικά έπη. Η αρχαία Ελληνική γλώσσα, έχοντας μια διάχυτη μουσικότητα στον προφορικό λόγο εξ’ αιτίας του συνδυασμού μακρών και βραχέων συλλαβών (προσωδιακός ρυθμός) παρείχε γόνιμο έδαφος για μουσική και ποιητική έκφραση. Ο προσωδιακός ρυθμός σε συνδυασμό με τα ποιητικά μέτρα (ιαμβικό, τροχαϊκό, κ.τ.λ.) διευκόλυναν την απομνημόνευση ακόμη και εκτεταμένων έργων, όπως η Ιλιάδα και η Οδύσσεια. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι σε ολόκληρο το Ομηρικό έργο, δεν υπάρχουν όμοιοι στίχοι ως προς την προσωδία και το ποιητικό μέτρο! Ας δούμε ένα παράδειγμα αυτών των στοιχείων. Το δακτυλικό εξάμετρο συμβολίζεται με τονισμένες ( __ ) και άτονες ( U ) συλλαβές. Ο ρυθμός των στίχων δημιουργείται όταν η τονισμένη συλλαβή διαρκεί μιάμιση φορά παραπάνω από την άτονη

(1 ½ προς 1, ή αλλιώς: ΙΙΙ προς ΙΙ):

__ U U __ U U __ U U __ U U

Αν δρα μοι έν νε πε Μού σα πο λύ τρο πον

ΙΙΙ ΙΙ ΙΙ ΙΙΙ ΙΙ ΙΙ ΙΙΙ ΙΙ ΙΙ ΙΙΙ ΙΙ ΙΙ

Παρατηρώντας την κάθε λέξη από το παραπάνω δείγμα, διαπιστώνουμε ότι έχει 7 ρυθμικά σημεία, όπως έχει και ο ρυθμός του Καλαματιανού χορού σήμερα (7/8). Έτσι βλέπουμε ότι κάποια στοιχεία έχουν περάσει από τη μια εποχή στην άλλη, είτε συμπτωματικά είτε συνειδητά.

Κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας στην Ελλάδα, επήλθαν κάποιες σημαντικές αλλαγές: από την γραπτή στην προφορική παράδοση και από τον προσωδιακό στον τονικό ρυθμό του λόγου. Ο τονικός ρυθμός σχετίζεται με τα σημεία στίξης, την έμφαση και όχι τη διάρκεια των συλλαβών. Η επαναφορά της γραπτής παράδοσης μετά την Τουρκοκρατία διατήρησε μόνο τον τονικό ρυθμό, αλλά η προφορική παράδοση-ιδιαίτερα με τα τοπικά γλωσσικά ιδιώματα όπως είναι και της Κρήτης-διατηρεί και τους δύο ρυθμούς. Το πέρασμα αυτό από την προσωδία στους τόνους δεν φαίνεται να επηρέασε τους μηχανισμούς απομνημόνευσης ακόμη και μεγάλων ποιητικών έργων, όπως είναι ο Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου. Στην Κρήτη υπάρχουν πολλοί άνθρωποι σήμερα, συνήθως πάνω από 50 ετών, που απαγγέλλουν απ’ έξω τον Ερωτόκριτο.

Ένα ακόμη βασικό σημείο που πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν είναι η φυσική τάση της μουσικής να «περιγράφει» , να «σκιαγραφεί», ή ακόμη να «ζωγραφίζει» το λόγο. Αυτή η τάση είναι ιδιαίτερα έντονη στην ελληνική γλώσσα λόγω προσωδιακού ρυθμού. Εάν παρατηρήσουμε ορισμένες τοπικές διαλέκτους στην Ελλάδα, όπου ξεχωρίζει αυτή της Κρήτης, διαπιστώνουμε ότι διατηρούνται οι μακρές και βραχείες συλλαβές. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι τα μελωδικά κομμάτια που συνθέτουν τους διάφορους χορούς και σκοπούς της Κρήτης είναι ανεξάντλητα και συμβαδίζουν με τις μαντινάδες.

Αυτό το φαινόμενο σύνδεσης της μουσικής με την ποίηση, όπου το νόημα ή το συναίσθημα μέρους ή λέξεων του ποιητικού κειμένου εκφράζεται με την ανάλογη μελωδική ή αρμονική σύνθεση, συναντάται διαχρονικά και σε άλλα μουσικά είδη. Εδώ πρέπει να διευκρινισθεί ότι η μουσικοποιητική δομή της κρητικής παράδοσης δεν περιορίζεται μόνον στις δίστιχες μαντινάδες αλλά και στους στίχους των ριζίτικων τραγουδιών. Τόσο η λαϊκή όσο και η λόγια παράδοση (έχοντας ως πηγή έμπνευσης και οδηγό τη λαϊκή δημιουργία) εκμεταλλεύονται ανέκαθεν τη μοναδική δύναμη της μουσικής να μεταδίδει και να περιγράφει συναισθήματα. Με αφετηρία την προσωδιακή τέχνη της αρχαίας Ελλάδας που επηρέασε την κοσμική και θρησκευτική μουσική του Βυζαντίου (Ανωγειανάκης 1976) το μουσικό φαινόμενο της σκιαγράφησης λέξεων (word painting) συναντάται ακόμη και στο γρηγοριανό μέλος της δύσης κατά τον 9ο με 10ο αιώνα, αλλά και στα μαδριγάλια του 14ου αιώνα, που είναι επηρεασμένα άμεσα από την παραδοσιακή μουσική. Μέσω της μουσικής σκιαγράφησης, «σε λέξεις που προσδιορίζουν ύψος ή βάθος, άνοδο ή κάθοδο, προσάπτονται και οι κατάλληλες μελωδικές θέσεις…» (Hoppin 1978: 90), όπως θα δούμε παρακάτω στους στίχους ριζίτικου τραγουδιού με γνωστό σκοπό:

«Πότε θα κάμει ξαστεριά, πότε θα Φλεβαρίσει
Να πάρω το ντουφέκι μου, την όμορφη πατρώνα
Να κατεβώ τον Ομαλό, τη στράτα τω’ Μουσούρω’ …»

Στον ίδιο σκοπό της σήμερα γνωστής «Ξαστεριάς» είναι ταιριασμένοι και οι στίχοι ενός ακόμη ριζίτικου τραγουδιού σε μια εικόνα ανόδου:

Αυγή τς’ αυγής θα σηκωθώ, απ’ του βουνού τη ρίζα
Να πάρω δίπλα τα βουνά…σε βράχο να καθίσω
Ν’ ακούσω γερακιού φωνή και φάλκο να λαλήσει…»

Η μελωδική γραμμή που πλαισιώνει την ποίηση είναι ανάλογη. Είναι επίσης σημαντικό να επισημανθεί εδώ η τεχνική επανάληψης μέρους ή ολόκληρου στίχου με σκοπό –εκτός των άλλων- να ταιριάζει καλύτερα με τη μελωδική γραμμή. Ο συμβολισμός της ξαστεριάς ως ανάταση και ελευθερία, παράλληλα με το χάραμα της αυγής, συνοδεύονται αντίστοιχα από χαμηλούς (Χ) και υψηλούς (Y) τόνους της μελωδίας. Σε μια σύντομη ανάλυση των στίχων, φαίνεται καθαρά η μουσικοποιητική αυτή σχέση, με τις σχετικές επαναλήψεις:

Συλλαβικός ρυθμός U __ U __ /U __ U __ / U __ U __

Μελωδικό ύψος X Υ Υ Υ / Χ Υ Υ Υ / Υ Χ Υ Χ

Στίχος Αυ - γη τς’ αυ-γής / Αυ - γη τς’ αυ -γής / θα ση -κω –θώ

Στίχος Πο - τε θα κα- / πο - τε θα κα- / μει ξα -στε -ρια

Μελωδικό ύψος X Υ Υ Υ / Χ Υ Υ Υ / Υ Χ Υ Χ

Συλλαβικός ρυθμός __ U U __ / __ U U __ / U __ U __

Από το παραπάνω παράδειγμα φαίνεται ότι, αν και ο συλλαβικός ρυθμός είναι διαφορετικός, η μελωδία συμβαδίζει με τις τομές, τις επαναλήψεις και το νόημα της κάθε μαντινάδας. Πιο συγκεκριμένα, η μετάβαση από το χαμηλό στον υψηλό μουσικό τόνο, έχει απόσταση πέντε μουσικών φθόγγων (οι μουσικοί φθόγγοι σε μια μελωδία μπορούν κάλλιστα να παραλληλισθούν με τις συλλαβές σε ένα στίχο), δηλαδή ένα «διάστημα πέμπτης». Στη μουσική, το διάστημα πέμπτης είναι ένα από τα ισχυρότερα μελωδικά στοιχεία, είναι λοιπόν προφανές ότι εδώ χρησιμοποιήθηκε σκόπιμα για να προκαλέσει συναισθήματα έπαρσης. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι οι κλίμακες της αρχαιότητας, οι γνωστοί «τρόποι» και μετέπειτα «ήχοι» των Βυζαντινών είχαν, ανάλογα με την ιδιαίτερη χροιά τους και συγκεκριμένη περίσταση, ακόμη και ώρα που έπρεπε να χρησιμοποιούνται. Με αυτά τα «χρώματα» γίνεται και το «ζωγράφισμα» των λέξεων στις κρητικές μαντινάδες. Οι μελωδίες σήμερα στην Κρήτη ονομάζονται συχνά «σκοποί». Παλιότερα, δεν αρκούσε αυτός ο χαρακτηρισμός. Προσδιοριζόταν η τοπική προέλευση, ώρα και η χρήση του κάθε σκοπού: υπήρχε «σκοπός της νύφης» , «Σταφιδιανός σκοπός» , «σκοπός του πρωϊνού» ή «της αυγής» και «σκοπός της νύχτας», ιδιαίτερα διαδεδομένοι στους βιολάτορες από τα Χανιά ή την Ιεράπετρα. Οι μαντινάδες που ταίριαζαν με το «σκοπό της νύχτας» ήταν οι εξής:

«Φεγγάρι μου λαμπρότατο ζηλεύει σου η καρδιά μου
Γιατί θωρείς την αγαπώ και μένα είναι μακριά μου
Φεγγάρι μου ζηλεύω σου τη λαμπηρότητά σου,
Να μπόρουνα να σ’ ακλουθώ στα βασιλέματά σου»

Και ένα απόσπασμα από σκοπό της νύφης:

«Κρητικοπούλα κοπελιά ψηλά ψηλά ανέβα, 
γιατί έχεις από την Κνωσσό πολιτισμό και φλέβα.
Κρητικοπούλα κοπελιά η μοίρα είν’ δική σου
Γράφει να ζεις χαρούμενη με το ντελικανή σου.»

Η σημερινή μορφή της μαντινάδας

Η εικόνα της κρητικής μουσικής σήμερα σε σχέση με τις μαντινάδες διαφέρει κατά πολύ από αυτήν του παρελθόντος. Για τα λαογραφικά στοιχεία και την πολυδιάστατη θεματολογία των μαντινάδων δεν θα γίνει λόγος. Υπάρχει πληθώρα έρευνας ειδικών μαντιναδολόγων και λαογράφων στο θέμα αυτό. Αναφορά γίνεται μόνο στη μουσική επένδυση της μαντινάδας και πώς αυτή επιδρά στον - ή δέχεται επίδραση από τον-στίχο. Σε γλέντια περασμένων εποχών στην Κρήτη, οι οργανοπαίκτες έπαιζαν ένα χορό με άπειρα γυρίσματα και συνέθεταν μαντινάδες ανάλογες με την περίσταση. Σήμερα υπάρχουν δύο κυρίαρχες τάσεις δημιουργίας: από τη μια πλευρά παράγονται εμπορικές ηχογραφήσεις παλαιών μελωδιών αλλά περιορίζονται σε δύο ή τρεις παραλλαγές (τα αποκαλούμενα «γυρίσματα») με σχετικά νέες και επίκαιρες μαντινάδες επηρεασμένες από σύγχρονα θέματα, όπως παρακάτω:

«ήρθαν οι ειδικοί φρουροί…»

και από την άλλη πλευρά, παλαιότερες μαντινάδες προσαρμόζονται σε νέες μελωδίες, αλλά πιο συχνά, για την ίδια μελωδία χρησιμοποιείται διαφορετική μαντινάδα. Στην τελευταία περίπτωση, αλάνθαστο ακουστικό αισθητήριο του λαού, διαλέγει από ένστικτο την καλύτερη σχέση μουσικής-λόγου. Πάντα οι νέες δημιουργίες και δη οι παραδοσιακές, περνούν από την κρίση της αισθητικής αντίληψης του κοινωνικού συνόλου και μόνον έτσι διατηρούνται ή περνούν στο περιθώριο, πολλές φορές με την άδεια του δημιουργού:

«Οι στίχοι θέλουν διόρθωση και σάσμα όσο μπορούσι,
γι’ αυτούς που τους διαβάζουσι, καλά να τους γροικούσι»

[τελευταίο απόσπασμα του Ερωτόκριτου]

Η απαράμιλλη ομορφιά της παραδοσιακής κρητικής μουσικής σε συνδυασμό με τις μαντινάδες ίσως να είναι αποτέλεσμα αυτής της μακρόχρονης ζύμωσης και διαρκούς επεξεργασίας που μας παρέδωσε μέχρι σήμερα ένα απόσταγμα τέχνης που δεν έχει τίποτε περιττό και τίποτε περίσσιο. Ίσως σε αυτά τα αίτια να οφείλεται και η επιτυχία της παρακάτω μαντινάδας, συνυφασμένης με τη μελωδία του πρώτου χανιώτικου συρτού:

«Χανιώτική μου ροδαριά στη Σούδα φυτεμένη,
πέ το του περβολάρη σου πως σ’ έχω αμπολιασμένη»

Επίλογος

Προς ποια κατεύθυνση βαδίζει το σημερινό μουσικοποιητικό γίγνεσθαι της Κρήτης όσον αφορά στην παράδοση των ριζίτικων τραγουδιών και στη μαντινάδα, δεν είναι απαραίτητα προβλέψιμο. Ίσως να συνεχίσει την πορεία του από τη γη στον ουρανό «…Γάς υιός εμί και ωρανώ αστερόεντος…» όπου μας παραπέμπει και το έπος του Διγενή:

«…Να ‘χεν η γης πατήματα κι ο ουρανός κερκέλια, 
Να πάθιουν τα πατήματα, να ‘πιανα τα κερκέλια, 
Ν’ ανέβαινα στον ουρανό να διπλωθώ να κάτσω, 
Να δώκω σείσμα τ’ ουρανού, να βγάλει μαύρο νέφι…»

(Γιάνναρης 150.159)

Το σίγουρο είναι όμως, ότι η σχέση μουσικής και λόγου συνεχίζει να υπάρχει, από τον Όμηρο ως τον Ερωτόκριτο και από τον Ερωτόκριτο ως σήμερα, όπως δείχνει η παρακάτω ανάλυση:

U __ U __ U / U U __ / U ___ U U / U __ U

«Χα νιώ τι κή μου ρο δα ριά στη Σού δα φυ τε με νη,

__ U U / __ U __ U U / U __ U U / U __ U

πέ το του περ βο λά ρη σου πως σ’ έ χω α μπο λια σμέ νη»

U __ U __ /U U U __ /U __ U U / U __ U

«Τα μά τια δεν / κα λο θω ρούν / στο μά κρε μα /του το που

U __ U __ / U __ U __ / U __ U __ / U __ U

Μα πιο κα λά και πιο μα κριά θω ρεί η καρ διά τ’ αν θρώ που»

(Β. Κορνάρος-Ερωτόκριτος)

Είναι φυσικό το ερώτημα γιατί μια τέτοια ομορφιά και τελειότητα δομής της μαντινάδας σε διαλεκτική σχέση με τη μουσική, να μην υπάρχει και στις σημερινές δημιουργίες. Ίσως, διότι δεν μαζευόμαστε πια οικογενειακά γύρω από το τζάκι τους χειμώνες ν’ απαγγέλλουμε ο ένας στον άλλον στίχους από τον Ερωτόκριτο. Ίσως γι’ αυτό και όσοι θυμούνται τους στίχους αυτούς απ’ έξω είναι πολύ λίγοι. Γιατί όμως η νέα γενιά ενδιαφέρεται για αυτή την ποίηση; Γιατί εξακολουθούν να παραμένουν τα συστατικά αυτής της μοναδικής σχέσης ποίησης και μουσικής με αποτέλεσμα να μη μπορούμε να ξεχωρίσουμε αν πρόκειται για μουσική της ποίησης (μελοποίηση) ή για ποίηση της μουσικής [σύνθεση];

Ποια θα είναι η εξέλιξη, θα περάσει αυτή η ομορφιά και η ανάγκη δημιουργικής έκφρασης στις επόμενες γενεές; Ίσως η απάντηση να βρίσκεται κρυμμένη στη διαχρονική επικαιρότητα της ίδιας της ποίησης.

…Μα πιο καλά και πιο μακριά θωρεί η καρδιά του ανθρώπου…

Πηγή: Περιοδικό Τεχνοπαίγνιον